Επικήδειος Αλέκου Μιχαηλίδη για Βάσο Φτωχόπουλο:
«Φεύγεις ξένος»
Το τελευταίο αντίο στον Βάσο Φτωχόπουλο είπαν το απόγευμα της Παρασκευής συγγενείς, φίλοι και άνθρωποι που συμπορεύτηκαν μαζί του, στην κηδεία που τελέστηκε στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας στο Καϊμακλί. Στην εξόδιο ακολουθία έδωσαν το «παρών» άνθρωποι από τον χώρο του πολιτισμού, της δημοσιογραφίας, του θεάτρου και της λογοτεχνίας, τιμώντας μια ιδιαίτερη παρουσία της πνευματικής και δημόσιας ζωής της Κύπρου.
Τον Βάσο Φτωχόπουλο αποχαιρέτησαν με επικήδειους λόγους οι Αλέκος Μιχαηλίδης, Πρόδρομος Προδρόμου και Γιώργος Καραμπελιάς. Ξεχωριστό συμβολισμό είχε η σημαία που σκέπαζε το φέρετρό του, καθώς πρόκειται για την ίδια σημαία που είχε καλύψει το φέρετρο του Παπάσταυρου Παπαγαθαγγέλου.
Ακολουθεί αυτούσιος ο επικήδειος λόγος του Αλέκου Μιχαηλίδη.
Βάσο Φτωχόπουλλε, επειδή δεν ήθελες επικηδείους, αποφασίσαμε να σου γράψουμε τέσσερις. Συμφώνησε o Μήτσος και ο Καράμπελιας, που με έναν δικό του θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα και τους Ελλαδίτες συντρόφους σου. Ο Πρόδρομος Προδρόμου αντιπροσωπεύει τους παλιούς του Αιγαίου και άλλες εποχές των εντύπων σου και μάλλον εγώ, μιαν αλλήθωρη νεολαία, μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική. Γι’ αυτό θα μου επιτρέψεις να διαβάσω δύο.
Ο πρώτος:
«Τόσος κόσμος πλάι του πέρασε και τον προσπέρασε
τι να ζητάει, επαρχιώτης στην Ομόνοια μες το ψιλόβροχο αρχές του Μάη
Ψυχές πολύβουες κι ούτε ένα πρόσωπο τι καρτεράει. κλαρίνα παίζουν
κόσμος γλεντάει η ώρα πάει η ώρα πάει.
Ξένος ως και στη χαρά του μεσονύχτι του Σαββάτου
τραγουδάκια μου κατάμονα αν σας αντάμωνα θα ’πεφτα κάτου
στο ρυθμό σας ονειρεύομαι και ξενιτεύομαι στα βήματα του
κάπου εδώ έχω γνωστούς αλλά τέτοιαν ώρα μη βαρύνω τους.
Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό στον κόσμο αυτό
Λευκωσία, Καραβάς, Ιωνία, Αμμόχωστος
Τύμπου και Λάρνακας της Λαπήθου
Σαλονίκη, Κερύνεια, Γιαλούσα
Βάσος, Κόκος, Κλαίρη, Καίτη, Άριστος, Μήτσος, Ελενίτσα, Καράμπελιας
Οδός Έκτορος, Τομπάζη και Αχαιών Ακτής
Λάζαρος, Χάρη, Μαρίνα, Αυγή, Σάββας, Κύριλλος
Αυτοδιάθεσης κι Ενώσεως, 1ης Απριλίου κι 25ης Μαρτίου,
η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει
κι όποιος δεν καταλαβίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει.
Καλωσόρισες πουλί μου μοναξιά ελληνική μου
απ’ αγάπη φεύγεις έρχεσαι πηγαινοέρχεσαι σαν την πνοή μου
κι απ’ την έρημη την απόσταση παίρνει υπόσταση κάθε γιορτή μου
απ’ τους δυο μας ποταμούς θα γευτεί μια νύχτα η έρημος καρπούς»
Και τώρα ο δεύτερος:
Βάσο έφυγε και ο Μαζωνάκης. Η Άρσεναλ κέρδισε τη Νάπολι και η ΑΕΚ μιαν αυστριακή. 1-0. Ο Αβέρωφ θέλει να ξαναβάλει για Πρόεδρος. Στην Κύπρο δεν αλλάζει και τίποτα, το ξέρεις καλύτερα. Αυτά τα νέα των ημερών, για τα οποία ρωτούσες με επιμονή κάθε που συναντιόμασταν.
«Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν», έγραφες συχνά στα κείμενά σου, μέχρι να γράψεις το «Τετέλεσται» σε κάποιο από τις τελευταίες εκδόσεις της «Ένωσης»; Θυμάσαι; Διαφωνήσαμε για το περιεχόμενο και την απελπισία, μα εσύ είχες αποφασίσει να γράψεις ότι αποτύχαμε, με έναν τρόπο προσωπικό. Παταγωδώς, μάλιστα. Μπορεί να σκεφτόσουν το δικό σου «τετέλεσται», το προσωπικό. Μα δεν το έδειχνες τα επόμενα χρόνια. Ήθελες να γράφεις, παρόλο που δυσκολευόσουν. Ήθελες να γράφεις για τους φίλους που έφευγαν, τον Πάτσαλο, τον Πίγγουρα, τον Σάββα, τον Κύριλλο, να τελειώσεις την τριλογία σου και να γράψεις ακόμα ένα για τα τραγούδια που σημάδεψες.
Ήδη είχες προλάβει να γράψεις πολλά. Στην Αυτοδιάθεση, τον Ωρυμαγδό, την Ένωση, στο Έξω, στον Όναγρο, στα φοιτητικά έντυπα της Ομάδας Κυπρίων Θεσσαλονίκης, στο Άρδην, στη Ρήξη.
Έκανες θέατρο, έκανες τηλεόραση, έβγαλες εφημερίδες και περιοδικά, έφτιαξες βιβλία, επιμελήθηκες βιβλία, εξέδωσες εκατοντάδες βιβλία. Άνοιξες βιβλιοπωλεία, άνοιξες ταβέρνα, άνοιξες συζητήσεις, άνοιξες καβγάδες, ξεκλείδωσες τη συζήτηση για την Αυτοδιάθεση και την Ένωση σε καιρούς θεοσκότεινους, όταν στην παλιά Λευκωσία δεν πλησίαζε κανείς. Αγκάλιασες τους περιθωριακούς, ως ένα περιθώριο πανελλήνιο και πανανθρώπινο, έμαθες στην Κύπρο τους αγωνιστές όλου του κόσμου, έμαθες σε έναν κόσμο να τρώει, να πίνει, να τραγουδά, να διασκεδάζει, να διαδηλώνει, να καίει τις καρέκλες του Αιγαίου.
Μα όλα αυτά έχουν γραφτεί και θα ξαναγραφτούν.
Σήμερα θα σε αποχαιρετίσουμε όχι ως παππού που ήταν ένας από τους τελευταίους σου, καθημερινούς ρόλους, αλλά σαν ένα κολλητό που ήρθε σαν ξένος στη ζωή και ξαναφεύγει ξένος. Ξένος ως και στη χαρά του. Ξένος για πάντα ξένος, που φεύγει σαν ένας θεός ξεθωριασμένος, κατά πως τραγουδούσε ο αγαπημένος σου Στράτος.
Ξένος σε μια Κύπρο της οποίας ο μικροαστικός καθωσπρεπισμός δεν σε χώρεσε ποτέ, αλλά δεν κρατούσες κακία. Ταυτίστηκες με τον τόπο που σε απέρριψε. Αγάπησες τη μετριότητά της και την κατήγγειλες, επέμενες ότι στην Κύπρο μπορεί να ανθίσει μια μεγάλη ιδέα για τον Ελληνισμό και έμαθες σε παλιούς και νέους, έναν ελληνικό τρόπο δίχως καλούπια και ντρες κόουντ. Θυμάσαι στο Προεδρικό που μας έλεγες να ερωτευτούμε για επαναστατήσουμε; Πού να καταλάβουμε; Μας έμαθες εναν ελληνικό τρόπο αναρχικό, ακομμάτιστο, ρωμαλέο και αληθινό. Στηριγμένο στους ήρωες, στους ποιητές μας, βασισμένο στα Οκτωβριανά, στα δημοψηφίσματα, στο ΟΧΙ, στην ΕΟΚΑ, που δίχως αυτήν θα ήμασταν ένας βόθρος. Κι αυτό δικό σου.
Και κοίτα, δεν ήρθαν μόνο ηλικιωμένοι να σε αποχαιρετίσουν. Οι μιτσιοί έφτασαν πρώτοι, θυμήθηκαν τα έντυπα, τα χιουμοριστικά σου, τις τελευταίες νύχτες πριν παραδώσεις το «Αιγαίον», το «έχει η Ελλάδα Όλυμπο κι η Κρήτη το Αρκάδι, έχει κι η Κύπρος Διγενή άξιο παλληκάρι», με το οποίο γινόσουν στουπί χωρίς να βάλεις αλκοόλ στο στόμα σου. Με το οποίο κάπνιζες νοερά 2 πακέτα three five και γυρνούσες σε εποχές πιο αυθεντικές.
Μακρυγορούμε και μας γνέφεις να συντομεύουμε, αλλά πάλι δεν είσαι ο συντονιστής, εδώ στην ξενιτειά της Λευκωσίας, όπως την έλεγες για να μας εκνευρίσεις ή για να νιώσεις καημένο χωριατόπαιδο της Γιαλούσας μακριά απ’ το σπίτι του.
Φεύγεις αλλά δεν φεύγεις, ρε φιλούιν. Πέσαν τα μάνταλα βαριά, αλλά μας έμαθες πώς να τα σπάσουμε. Τώρα ξέρουμε. Με Μόντη και Πασιαρδή, με Χέντριξ και Καζαντζίδη, με Μοσχολιού και Μπίλι Χόλιντεϊ, με Κινκς και Βασίλη Τσιτσάνη, με Βαμβακάρη και Ντύλαν, με Σαββόπουλο και Κυλιόμενους Λίθους. Με Μάρλον Μπράντο και Θανάση Βέγγο.
Κι όποτε θολώνει ο νους μας, θα μνημονεύουμε Βάσο Φτωχόπουλλο και θα τα κάνουμε όλα λίμπα. Τζι ας γίνει το γαίμαν μας αυλάτζιν. https://www.philenews.com/apopsis/arthra-apo-f/article/1769048/to-telos-mias-epochis-4/
Λίγα λόγια αποχαιρετισμού για τον Βάσο – Πρόδρομος Προδρόμου πρώην Υπουργός Παιδείας
Μας φαίνεται απίστευτο, αλλά να που αποχαιρετούμε σήμερα τον Βάσο. Όσοι τον ζήσαμε, αποχαιρετούμε τον άνθρωπο που ευ–τυχήσαμε να ζήσουμε δίπλα του, μαζί του.
Και την ώρα όμως ακόμα του αποχαιρετισμού δεν μπορώ να πω «ο Βάσος ήταν…». Ήταν; Δυσκολεύομαι να το πω. Ο Βάσος Φτωχόπουλος είναι. Μια σπάνια, μοναδική μορφή. Για όσους τον ζήσαμε, είναι μια μόνιμη παρουσία μέσα μας. Άνθρωπος που έδωσε μορφή σε κείνο που περιέγραφε ο Νικόλαος Λανίτης όταν έγραφε η «Ελλάς του Νότου». Από μόνος του άλλαξε την πνευματική ανθρωπογεωγραφία της Λευκωσίας, της σύγχρονης Κύπρου.
Το μελετούσε το πράγμα ο Βάσος… Και με το γνωστό εκείνο ύφος του, μάς έλεγε ότι στην κηδεία δεν ήθελε πολλά-πολλά, λόγους και ομιλίες... Εξάλλου, όπως το είχε πει και με βιβλίο του, ξεκινούσε στη μάνα του να πάει. Έτσι μας το ζήτησε, όχι λόγους και ομιλίες. Αλλά και πάλι, να μην πούμε τίποτα, γίνεται; Ε δεν γίνεται! Νομίζω, Γιώργο, θα μας το συγχωρέσει…
Δοκιμάζω να βρω λόγια αποχαιρετιστήρια που να ταιριάζουν, μα ό,τι και να βρω να πω, θα φανεί πολύ φτωχό μπροστά στον πλούτο της παρουσίας του. Όσα και να μου έρθουν τώρα στο νου, που πλημμυρίζει από εικόνες και στιγμές μοναδικές, φοβάμαι πως είναι λίγο. Γιατί θα του ταίριαζε νομίζω το ακατόρθωτο, όπως τραβούσε την εικόνα της ζωής στα άκρα και τα αδύνατα. Όπως λέει κι ο ποιητής «ἴσως τ᾽ ὡραιότερο τραγούδι πού ποτές ἐψάλανε σ’ ὅλο τόν κόσμο».
* * *
Τον χάνει η οικογένειά του. Οι άνθρωποι που τόσο αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Τα αδέλφια, τα αδερφότεκνα του… Η μεγαλύτερη οικογένεια, αλλά και εκατοντάδες φίλοι και άνθρωποι που μοιράστηκαν ζωή μαζί του. Χάνουμε κι εμείς ένα στενό μας συγγενή. Γιατί υπάρχουν συγγενείς εξ αίματος και συγγενείς εξ αγχιστείας, ο Βάσος όμως ήταν συγγένεια καρδιάς και αισθημάτων.
Είτε τον συμπαθούσες, τον θαύμαζες, τον αγαπούσες είτε και όχι, είναι άνθρωπος που δεν άφηνε κανένα αδιάφορο. Τόσο προικισμένος και δημιουργικός και αεικίνητος. Μέσα του ξεχείλιζαν ποταμοί μιας πίστης και άνθιζαν πάντα ματσικόριδα, ακόμα και σε χρόνια τέλεια ανυδρίας. Μέσα του,το προσωπικό ήταν και δημόσιο και τούμπαλιν. Ότι η κάθε στιγμή που ζεις σημαδεύεται από τον κόσμο όλο. Κι ότι σίγουρα κάτι σημαίνει. Με εκείνο το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, έδειχνε ότι η πολιτική είναι (αν αξίζει για να είναι), πολιτισμός και ότι όλα είναι και κάπως πολιτικά. Και μιλάμε για πολιτική γιατί σε όλα είχε το μέτρο εθνικό, δηλαδή ό,τι είναι αληθινό.
Κάποιοι που δεν τον ήξεραν καλά και από μακριά ήθελαν να τον «κατατάξουν», έλεγαν «αναρχικός ενωτικός». Άλλοι έλεγαν «αριστερός αναρχικός ενωτικός» και πιο απλοϊκά ακόμα «ακραίος εθνικιστής». Μα ήταν τόσο ένθερμα Έλληνας, Έλληνας ελληνικός, που το «αναρχικός» (αν ήτανε) ή ό,τι άλλο, έμενε αμελητέα υποσημείωση.
Όσοι δεν τον είχαν γνωρίσει από κοντά τον θεωρούσαν και κάπως απότομο, κακότροπο. Επειδή τον άκουγαν να περιφέρει λόγο αψύ και περιπαιχτικό, ίσως αυστηρό και συχνά αθυρόστομο. Αλλά ήταν άνθρωπος γλυκύτατος και βαθιά συναισθηματικός -όσο κι αν συνειδητά το μασκάρευε θεατρικά.
Το πιο χαρακτηριστικό στο ύφος του, ήταν εκείνο το σκωπτικό, το περιπαιχτικό. Που ερχόταν κατ’ ευθείαν από την παράδοση της κοινοτικής ζωής και της ανεμελιάς των παιδικών χρόνων. Είχε ένα σπάνιο, απότομο αλλά και στοργικά σκωπτικό ύφος που έβγαινε μέσα από τον αυθεντικό κοινοτικό βίο που είχε χαράξει μέσα του η παιδική πατρίδα της Γιαλούσας και σμίλεψαν οι μεγάλες δυσκολίες και περιπέτειες της παιδικής και εφηβικής ηλικίας στην Αγγλία. Το περιπαιχτικό εκείνο της παρέας που σχολιάζει και πειράζει τον καθένα τριγύρω.
Μέσα από εκείνο το σκωπτικό, αναζήτησε επίμονα το ήθος ενός κόσμου που έμοιαζε να είχε φύγει. Έψαχνε εκείνη την ουσία και τις αυθεντικές αξίες που φύλαγε μέσα της μια ζωή σκληρή. Που είχε όμως πάντα για παρηγορία κι εκείνη την ελπίδα που έβγαινε από την πίστη της, με γοητευτική απλότητα. Κάπως έτσι δοκίμαζε πάντα να αποτινάξει το «χωρκάτικον» που στρογγυλοκάθισε σαν ψευτοαρχοντικό στη θέση εκείνου του λαϊκού άρχοντα Κόσμου.
Αστειευόμενοι, του λέγαμε πως ήταν μόνιμα, κάθε στιγμή, ηθο-ποιός. Ηθοποιός, αλλά μαζί και εντελώς ανυπόκριτος. Στην πραγματικότητα όμως, πίσω απ’ όλα τα τερτίπια, ήταν πολύ γλυκός κι ευαίσθητος άνθρωπος. Ο ψυχισμός του ήταν μια βαθιά ευγένεια αισθημάτων. Τόσο τρυφερή, ατόφια, αγαπητική. Και λες και προσπαθούσε να την προστατέψει όπως μας έβγαινε «φιλικά απότομος». Τον Βάσο τον αγαπούσες γιατί ήταν αληθινός.
* * *
Ολημερίς και με κάθε ευκαιρία έξυνε επίμονα εκείνη τη φλούδα ασυνειδησίας, βαρεμάρας και κακογουστιάς με την οποία είχε καλύψει ο αργόσχολος χρόνος την ψυχή της Κύπρου. Έξυζε και αφαιρούσε εκείνη τη λίγδα που από κάτω της είχαν κρύψει το βαθύτερο ήθος αυτού του τόπου και των ανθρώπων του. Αναζητούσε τον τρόπο της ψυχής όπως τον είχε νιώσει, γύρω του, από ταπαιδικά του χρόνια. Όπως τον είχε δει να ανθίζει μέσα από το ρήμα της ελευθερίας, μέσα στην έκρηξη των πιο ευγενικών αισθημάτων –με τον ενωτικό Αγώνα, την ΕΟΚΑ. Πίστευε από ένστικτο ότι δεν μπορεί, κάπου εκεί μέσα θαυπάρχει και θα βγει έξω ξανά... Το πίστευε.
Έξυζε εκείνο το γλίσχρο νεοκυπριακό επίστρωμα που κατακάθισε μαζί με τηνκακοσυνήθεια και την ακηδία. Κατάγγελλε τον παρενδυματισμό. Πετούσε στην άκρη το ατσούμπαλο και κακοφόρετο (οι εκδόσεις «Χωρκάτικονείναι…» άφησαν εποχή!). Γιατί ποθούσε να βρει την πηγή που έρρεε από κάτω. Να φανεί ξανά και να δειχτεί το Ελληνικό της Κύπρου. Η γαλανή ψυχή της, το γαλανόλευκο φρόνημα της ελληνικής Κύπρου.
Έβγαζε συνέχεια εκείνη την αύρα που ο ίδιος έφερε μέσα του από τη θάλασσα της Καρπασίας. Που μπορεί να γκρεμοτσακίστηκε στις απόκρημνες εγγλέζικες ακτές όπου στα μικράτα του χρειάστηκε να κατατρίβεται κάποια χρόνια, αλλά έπειτα τη βρήκε και την έφερνε πίσω, εδώ. Από το Θερμαϊκό και τον Σαρωνικό, στη Λευκωσία, στην Κερύνεια. Και στην Εύβοια με την οποία συνδέθηκε… Παντού όπου η θάλασσα ενώνει ταξιδευτές ναυτιλωμένους. Ακριβώς όπως το Αιγαίο ενώνει την Κύπρο με την Ελλάδα.
Έξυσε επίμονα, καρτερικά, αλλά και με σπάνια διάθεση και ατίθασο χιούμορ.Και ανακάλυψε, αποκάλυψε, πρόβαλε πράγματα που ήταν κάπου μέσα μας. Και δε φαίνονταν; Δίσταζαν; Ντρέπονταν και φοβούνταν; Τους έδωσε χρώμα ροδογάλανο και μια σπάνια ορμή. Έξυσε και κάποτε ναι, άφησε και αμυχές, αλλά ακούραστα έψαχνε και ζητούσε εκείνο που άξιζε κι έπρεπε να φανεί και ίσως ακόμα και να λάμψει. Δεν ήταν πολιτική, αλλά πολιτιστικό εγχείρημα. Ήταν πολιτική που γίνεται πολιτισμός.
Άνοιξε δρόμους ο Βάσος. Συνέχεια άνοιγε δρόμους.
* * *
Γόνος μεταναστών από την Αιγιαλούσα στην Αγγλετέρα. Με τα χρόνια, παλιννοστήσας, με πρώτο σταθμό τη Θεσσαλονίκη, έφτασε με ένα καρυδότσουφλο. Μέσα από χίλιες ταλαιπωρίες και στερήσεις έχτισε έναν ολόκληρο κόσμο εδώ στη Λευκωσία.
Χωρίς να το πει ποτέ και ίσως και χωρίς πάντα να το συνειδητοποιούμε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έστησε, σκηνοθέτησε, έζησε και μετάδωσε, εδώ στη Λευκωσία, το πιο ισχυρό και επιδραστικό πολιτιστικό εγχείρημα (project θα το έλεγαν στη γλώσσα που σήμερα μιλιέται). Βιβλίο και τραγούδι-κυρίως τραγούδι. Θέατρο, σάτιρα και παιχνίδισμα, εικαστική ευαισθησία. Μαζί με συντροφική γαστρονομία. Εκδόσεις, περιοδικά, εφημερίδες… ιδεοδρομίες και λογομαχίες, διαλέξεις και ψυχαγωγία. Όλα στο Αιγαίο. Και όλα σε ομάδα, το ατομικό δεν τον συγκινούσε και πολύ. Σε συναπάντημα λογής-λογής ανθρώπων και ομάδων…
Παλιννοστήσας, με οικοσκευή το ελληνικό τραγούδι και ένα αριστοφανικό φωτοστέφανο. Με πυξίδα τον καημό, αλλά και πίστη αστείρευτη. Εδώ, στην εντός των τειχών Λευκωσία, πρόσφυγας περιπλανώμενος όπως προσδιόριζε τον εαυτό του. Αιγαίο, Ωρυμαγδός, Αυτοδιάθεση,TV 69, Ένωση… Και εκατοντάδες βιβλία που εξέδωσε… Αλλά και αρθρογραφία σε εφημερίδες, ενώ σε κάποια φάση έκανε και τηλεόραση.
Ξεκίνησε στις παρυφές του θεάτρου. Αργότερα, εκείνες οι δικές του παραστάσεις θεατρικής σάτιρας, όταν μετέτρεπε το Αιγαίο σε πρόχειρη σκηνή θεάτρου, άφησαν εποχή! Ένα θέατρο πολιτικό της καθημερινή ζωής με ανεπανάληπτα αιχμηρή και παράτολμη σάτιρα. Όπως ήταν ύστερα και η εφημερίδα του, η «Ένωσις». Λες κι ολοένα σκηνοθετούσε το ρητό «η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει, αλλά κόκκαλα τσακίζει». Γλώσσα τολμηρή, αθυρόστομη, τον είχε φέρει κάποτε μέχρι και σε δικαστήρια (σε καιρούς που δεν υπήρχε και πολλή ανοχή)
Ο Βάσος, μεγάλος Έλλην Κύπριος εκδότης. Εκατοντάδες βιβλία, περιοδικά, η μοναδική εφημερίδα «Ένωσις». Ενωτικός. Βεβαίως, φυσικά… αφού ο ίδιοςείναι η επιτομή του καβαφικού Ελληνικού.
Μια ακάματη πνευματική αντίσταση απέναντι στην ισοπέδωση. Έψαχνε να τρυπήσει αυτή τη «σταλούρα» εφησυχασμού που πλανιόταν ήδη από τη δεκαετία του ’80. Πνευματική και καλλιτεχνική αντίσταση, ανάταση, με όνειρο κάποιαν ανάσταση. Μέσα του είχε πάντα και ζύμωνε μαζί το δημώδες και το λαϊκό τραγούδι, το ρεμπέτικο, αλλά και το ας πούμε έντεχνο – και avantgarde άμα χρειαζόταν. Όλα να ψάχνουν και να ψάχνονται και να βρίσκουν τη μορφή του.
Λες και περιγελούσε το όνομα του, Φτωχόπουλος, από τους πιο πλούσιους πνευματικά ανθρώπους που έζησαν ποτέ εδώ κάτω.
Αυτή τη μοναδική εμπειρία ζήσαμε από τα πρώτα βήματα του Αιγαίου, σε εκείνο το ημιυπόγειο, πρώην μπαρ Blackstone, στην πάροδο της λεωφόρου Στασίνου. Και έπειτα όταν ξεκίνησε το Αιγαίο, στη σχεδόν έρημη τότε παλιά Λευκωσία. Μια τρύπα αρχικά, σαν ένα κρησφύγετο φωτός και οξυγόνου.Δίπλα στον Ολυμπιακό, στις γειτονιές του Ταχτακαλά. Την ελληνική σημαία στην είσοδο –διαπιστευτήριο αλάθητο- την είχε φέρει ο Λάζαρος Μαύρος.
Σαν ένα κρησφύγετο… Πρώτη νύχτα του Αιγαίου, 5-6 πλάσματα μπροστά σ’ ένα μαγκάλι να ψήνουμε ελιές (θυμάμαι τον Ζαννέτο να ρωτάει καχύποπτα τον Βάσο για εμάς τους νεότερους «είναι δικοί μας τούτοι;»). Και κατέβηκαν κάτι αστυνομικοί αργά τη νύχτα που είχαν τελειώσει βάρδια. Τέτοια ώρα το βρήκαν ανοιχτό και ζητούσαν σούπα γιατί το πήραν για ξενύχτικο! Ο Βάσος ξεκίνησε λοιπόν το Αιγαίο ως εξωτικό.
Ε, λοιπόν, από εκεί μέσα και όπως σιγά-σιγά συγυρίστηκε το στέκι, έμελλε τα επόμενα χρόνια να περάσει όλο το ελληνικό καλλιτεχνικό στερέωμα και ο πνευματικός κόσμος της σύγχρονης Ελλάδας! (Συγυρίστηκε, φτιάχτηκε το στέκι… τον θυμάμαι στο μοναστήρι του Αγίου Ηρακλείδιου να συγχύζει τις καλόγριες ζητώντας τους να αγοράσει για την αυλή του Αιγαίου «φυτά ελληνικά»).
Εκεί ξενύχτησε το ελληνικό τραγούδι -ιδιαίτερα ο Διονύσης Σαββόπουλος και η Ελευθερία Αρβανιτάκη. Πέρασαν λογοτέχνες, ηθοποιοί και σκηνοθέτες, ζωγράφοι, συγγραφείς, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, αλλά και αργότερα-στην κοσμική του φάση- και πολιτικοί, επίσημοι διάφοροι… Δεν υπήρχε περίπτωση να ερχόταν κάποιος από την Ελλάδα (ας πούμε επώνυμος) και να μην περάσει από το Αιγαίο. Οι πάντες! Κι όχι μόνο από την κυρίως Ελλάδα, αλλά και από τον κόσμο όλο.
Το Αιγαίο δεν ήταν «Η» ελληνική ταβέρνα της Λευκωσίας, ήταν πιο πολύ ακόμα, κάτι σαν πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο. Πολυχώρος. «Άτακτο κέντρο», αλλά και πάλι κέντρο. Ήταν μαζί και εκδοτικός οίκος, βιβλιοπωλείο (το οποίο για ένα διάστημα είχε μετακομίσει και στον Λυκαβηττό). Εκεί μαζεύονταν άνθρωποι από διάφορες ομάδες. Διαφορετικοί, αλλά μέσα από καθαρή εξήγηση αφού είχαν διαβεί το κατώφλι με τη γαλανόλευκη. Κάποτε ετερόκλητοι αλλά σε αναζήτηση. Ήταν ένα είδος «αγοράς» όπου όλοι ζητούσαν το λόγο. Σε κάποια στιγμή εκεί μέσα έφτιαξε κι ένα από τα πρώτα μπαράκια στη Λευκωσία, τότε που το είδος έγινε της μόδας. Ο Βάσος το ονόμασε «Daisy Blue».
Βεβαίως, για να βρει το «Αιγαίο» τα πραγματικά βήματα του ως εκλεκτό ταβερνείο, έπρεπε να έρθει από την Αγγλία και να εγκατασταθεί μόνιμα ο αδελφός του, ο Γιώργος. Που έφτιαξε κουζίνα και οργάνωση πραγματικού εστιατορίου (γιατί προηγουμένως στο «Αιγαίο» έτρωγες μάλλον… τυχαία-πόσοι και πόσοι φίλοι τώρα εξηντάρηδες δεν πέρασαν από εκεί ως περίπου αυτοσχέδιοι «ψήστες»). Όπως είχε έρθει και η αδελφή του, η Κλαίρη.
Αιγαίο… Κάτι σαν η καρδιά του ζωντανού εκείνου δεσμού που ένωνε τη Λευκωσία και την Κύπρο με τον απανταχού Ελληνισμό. Που διαρκώς ανανέωνε αυτή την ένωση.
Όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά και τον ζήσαμε, ξέραμε ότι πίσω από αιχμηρές απόψεις και γλώσσα καυστική, ο Βάσος στην πραγματικότητα ήταν «ψυχούλα». Ένας τρυφερός άνθρωπος που λες και στα μάτια του μέσα ήταν λουλούδια. Που νοιαζόταν για τον Άλλο (αυτό που τώρα πια λένε και ενσυναίσθηση). Δεν έκανε δικά του παιδιά, αλλά αγαπούσε πάντα τα παιδιά. Καθόταν και τα άκουγε και είχε ένα δικό του τρόπο μαζί τους κι εκείνα τον άκουγαν και τους έμενε στο νου -κι αυτό νομίζω λέει πολλά. Μιλώντας όμως για παιδιά, πρέπει να πω με πόση αγάπη έβλεπε τώρα το «Έρμα» λέγοντας ότι είναι «τα παιδιά». Τα παιδιά που συνεχίζουν… Και δεν έκρυβε την ικανοποίηση του, βλέποντας μιαν άξια συνέχεια της δικής του προσπάθειας…
Όσοι δεν τον γνώρισαν, μπορεί ίσως να τον ανακαλύψουν κάπως και μέσα από τα προσωπικά βιβλία που ευτυχώς πρόλαβε να γράψει τώρα στο τέλος. Καθόλου τυχαίο που και τα τέσσερα αυτά βιβλία (Περιπλανώμενος δυστυχισμένος, Like a rolling stone, Στη μάνα μου θα πάω και Τραγούδια που σημάδεψα), μιλάνε για τραγούδια. Μιλάνε με τραγούδι. Όπως ήταν όλη η ζωή του Βάσου. Ένα τραγούδι. Μπορεί λυπητερό, θρηνητικό, νοσταλγικό για την πατρίδα που μας άρπαξε ο Τούρκος ή που κάποτε κιόλας μας πληγώνει, άλλοτε όμως και ερωτικό, αναστάσιμο, που ξεσήκωνε τη ζωή σε πανηγύρι.
Ε, λοιπόν, λες και τώρα το καταλαβαίνουμε. Όλο τον καιρό αυτό ο Βάσος έγραφε το δικό του τραγούδι. Τραγούδι για τις αγάπες του, την πατρίδα, τη γυναίκα, τον τόπο, τη ζωή… Το τέλειωσε; Δεν νομίζω. Δεν τελειώνει ποτέ το τραγούδι αυτό. Μένει όσο μπορούμε να το τραγουδάμε ακόμα, μαζί με το κρασί που αφήνει στο ποτήρι του για τον Καιρό… Φεύγει με τραγούδια. Και το τραγούδι το δικό του μένει εδώ, μαζί μας. Το τραγούδι που ήταν η ζωή του όλη, για την αγαπημένη του Γιαλούσα. Για τη μάνα του, για την Ελλάδα πάντα.
Τώρα εδώ αντηχεί εκείνη η ποιητική κορυφή όταν για να εξυμνήσει τον Μπολιβάρ ο Νίκος Εγγονόπουλος, έκρινε να τον πει «ωραίο σαν Έλληνα». Πόσο ταιριάζει με την επωδό ο Βάσος… «τι ζητούσες στη Λάρισα εσύ ένας Υδραίος;». Ναι, «τι ζητούσες στη Λευκωσία εσύ ένας Γιαλουσίτης;».
Τι ζητούσε; Περπάτησε τη ζωή, ώρα την ώρα, την κάθε στιγμή, με οίστρο ερωτικό της πατρίδας εκείνης που είναι η παιδική μας ηλικία. Πορεύτηκε με το θρηνητικό τραγούδι της απώλειας και με την ορμή «να πάμε πίσω!». Με στίχους της νοσταλγίας του μετανάστη που δεν βολεύεται ποτέ και πουθενά -ακόμα και όταν βρέθηκε κι έζησε πίσω εδώ στην Κύπρο. Με την αγάπη της μάνας… Της δικής του μάνας και της μάνας ολωνών μας, της απανταχού Ελλάδας.
Εκρηκτικός και ενθουσιώδης, αλλά και στοργικός και αφοσιωμένος φίλος, ο Βάσος τόσο άντεξε εδώ και τώρα μας αφήνει. Πάει να βρει φίλους ακριβούς που έφυγαν πιο νωρίς. Τον Σάββα Παύλου, τον Κύριλλο Σαρρή, τον Λάκη Πίγγουρα…
Δεν θα χρειαστεί σήμερα εδώ να βεβαιώσουμε ή να υποσχεθούμε κάτι σ’ εκείνον ή στον εαυτό μας… Γιατί όσοι ζήσαμε τον Βάσο νιώθουμε πως αφήνει μέσα μας ένα άγγιγμα ψυχής που είναι μνήμη ζωντανή. Είναι για πάντα.
Καλό ταξίδι Βάσο. Και καλή λευτεριά!
https://www.facebook.com/watch/?v=2259373578248601






![]()

